Δημήτρης Παπαγιαννιδης :8 Νοεμβρίου 1912:Απελευθέρωση της Λέσβου

ΛΗΜΝΟΣ:

Η Κήρυξη του Α’Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912) έγινε με αφορμή την άρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ικανοποιήσει σειρά αιτημάτων που έθεσαν οι κυβερνήσεις της Ελλάδος, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Βουλγαρίας, τα οποία αφορούσαν την ισότιμη εκ μέρους των Οθωμανικών αρχών μεταχείριση των χριστιανών και των μουσουλμάνων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η αιτία, ασφαλώς, του πολέμου ήταν η απελευθέρωση των περιοχών εκείνων, στις οποίες κατοικούσαν ορθόδοξοι χριστιανοί με ελληνική, σερβική και βουλγαρική συνείδηση.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13 αποτέλεσαν μεγαλειώδη σταθμό δόξας στην εξέλιξη του ελληνικού κράτους. Οι Έλληνες την περίοδο αυτή, διαπνεόμενοι από πνεύμα ομοψυχίας, ομόνοιας και αλληλεγγύης έγραψαν για μία ακόμα φορά σελίδες δόξας και υπεροχής. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από την ταπεινωτική συνθηκολόγηση του 1897 και όμως βρήκαν τη δύναμη να ατενίσουν το μέλλον με αισιοδοξία. Βρήκαν τη δύναμη να εγείρουν το ανάστημά τους και να εμπλακούν σε δύο νικηφόρους πολέμους που αύξησαν τα σύνορά μας και εδραίωσαν την προαιώνια παρουσία μας σε αυτό το κομμάτι της Βαλκανικής Χερσονήσου.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα ο εθνικός στόλος παρά την οικονομική δυσχέρεια όπου βρισκόταν τότε το ελληνικό κράτος, ενισχύθηκε με νέα πολεμική πλοία. Στις αρχές του 20ου αιώνα προστέθηκαν πιο σύγχρονες και αξιόμαχες μονάδες με αποκορύφωμα, το 1911, το θρυλικό θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ».

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης με τα πλοία και τα ηρωικά πληρώματά τους επικράτησε στο Αιγαίο και επέτρεψε στον ελληνικό στρατό να προελάσει γρήγορα προς τη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη. Συγχρόνως απελευθέρωνε τα νησιά του Αιγαίου από τον κατακτητή.
Η λήξη των Βαλκανικών πολέμων βρήκε την Ελλάδα να έχει διπλασιάσει την εδαφική της έκταση, να έχει εξυψώσει το κύρος και το γόητρό της διεθνώς και να έχει αναβαθμίσει τη γεωπολιτική της θέση.

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, στον οποίον ο Πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος, είχε αναθέσει τη διοίκηση του ελληνικού στόλου, σχεδίασε την άμεση κατάληψη των νησιών που βρίσκονταν κοντά στην έξοδο των Δαρδανελλίων. Το πρώτο νησί που απελευθερώθηκε ήταν η Λήμνος στις 8 Οκτωβρίου 1912, γιατί ο Ναύαρχος αποσκοπούσε στη χρήση του κόλπου του Μούδρου ως φυσικού αγκυροβολίου του ελληνικού στόλου. Στόχος του ήταν η παρουσία του ελληνικού στόλου στην περιοχή να λειτουργήσει αποτρεπτικά σε μια ενδεχόμενη έξοδο του οθωμανικού στόλου από τα στενά των Δαρδανελλίων. Έτσι ο οθωμανικός στόλος εγκλωβίστηκε στα στενά και τις δύο φορές που επιχείρησε να εξέλθει υπέστη ισάριθμες ήττες (Ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου). Μετά τη Λήμνο ακολούθησε η κατάληψη από τον ελληνικό στόλο των γειτονικών νησιών Ίμβρου, Τενέδου, Θάσου και Σαμοθράκης.
Η Λέσβος και η Χίος επειδή βρίσκονταν αρκετά μακριά από την έξοδο των Δαρδανελλίων, δεν εντάσσονταν άμεσα στα σχέδια του Κουντουριώτη και γι’αυτό η απελευθέρωσή τους καθυστερούσε. Οι ειδήσεις που κατέφθαναν στη Λέσβο για την απελευθέρωση των γειτονικών της νησιών από τον ελληνικό στόλο αύξαναν τόσο την αγωνία όσο και την επιθυμία των χριστιανών κατοίκων της για την άμεση απελευθέρωση και του δικού τους νησιού. Έτσι επιτροπή Πλωμαριτών που αποτελούνταν από τους: Ιωάννη Πετρέλλη, Γεώργιο Λύτρα, Δ.Τσακίρη και Γιώργο Τόμπρα επιβιβάστηκε σε πλοιάριο και κατευθύνθηκε στη Λήμνο, στον κόλπο του Μούδρου, όπου ναυλοχούσε ο ελληνικός στόλος. Εκεί παρέδωσε στο Ναύαρχο Π. Κουντουριώτη επιστολή με την οποία δίνονταν πληροφορίες για τις δυνάμεις των Οθωμανών στη Λέσβο, ενώ παράλληλα επιτροπή ζήτησε την επίσπευση της απελευθέρωσης του νησιού.
Το Υπουργείο Ναυτικών απεφάσισε οριστικώς την 6η Νοεμβρίου την κατάληψη της Μυτιλήνης και της Χίου. Ανήγγειλε δε στο Ναύαρχο ότι θα διατεθούν για το σκοπό αυτό ένα Σύνταγμα πεζικού και μία πυροβολαρχία, ειδικώς προοριζόμενα για τη Χίο. Επιπλέον ένα τάγμα πεζικού δυνάμεως 1000 ανδρών για τη Μυτιλήνη. Την στρατιωτική αυτή δύναμη θα ενίσχυε ένας λόχος ναυτικού αγήματος από 250 άνδρες υπό τον Υποπλοίαρχο Δεμέστιχα, που είχε σταλεί στο Μούδρο την 5η Νοεμβρίου με το ατμόπλοιο «Φρόσω» και δύο ακόμα λόχοι από το ναυτικό άγημα που ήταν κατανεμημένο στα νησιά της Θράκης. Το τάγμα το προοριζόμενο για τη Μυτιλήνη είχε επιβιβασθεί στα ατμόπλοια «Ισμήνη» και «Καλουτάς», που επρόκειτο να αποπλεύσουν το βράδυ της 6ης Νοεμβρίου και να κατευθυνθούν προς τη Μυτιλήνη όπου αποστέλετο για πρώτη φορά το νέο αντιτορπιλικό «Νέα Γενιά». Το ραδιοτηλεγράφημα από το Υπουργείο όριζε η εκτέλεση της επιχείρησης στη Μυτιλήνη να γίνει το πρωί 7 Νοεμβρίου. Έφτασε, όμως, στον Αβέρωφ την 11η νυχτερινή της 6ης Νοεμβρίου και έτσι ήταν αδύνατο να επαρκέσει ο χρόνος για την προετοιμασία και ο Ναύαρχος Κουντουριώτης αποφάσισε να αναβάλλει την κατάληψη για το πρωί της 8ης Νοεμβρίου.
Η άπαρσις του στόλου από το Μούδρο άρχισε στις 4 30μμ της 7ης Νομεβρίου. Εμπρός και σε απόσταση 2 μιλίων πήγαιναν τα αντιτορπιλικά «Νίκη» και «Ασπίς». Τα θωρηκτά «Αβέρωφ», «Ύδρα», «Ψαρά» σε μία στήλη. Στην άλλη στήλη δεξιά ο «Κανάρης», ο «Πέλοψ», τα τορπιλοβόλα 12 και 14. Αριστερά της γραμμής των θωρηκτών ήταν ο «Ιέραξ». Το «Σπέτσαι» έπλεε εκτός της παράταξης μέχρι την επισκευή του πηδαλίου του που είχε υποστεί βλάβη.
Την χαραυγή της 8ης Νοεμβρίου, ο ελληνικός στόλος, υπό τον Ναύαρχο Κουντουριώτη βρισκόταν έξω από τη Μυτιλήνη. Είχαν ήδη ενωθεέ με αυτόν το νέο αντιτορπιλικό «Νέα Γενιά» και τα ατμόπλοια «Ισμήνη» και «Καλουτάς» μεταφέροντας το στρατιωτικό τάγμα. Η γραφική παραλία της Μυτιλήνης καλυπτόταν ακόμα από την πρωινή ομίχλη και στο παλαιό φρούριο της Πόλεως ματαίως αναζητούσαν οι ναύτες κάποια κίνηση αντίστασης. Αντιθέτως, κάτω στην παραλία κόσμος πολύς. Τα πλοία αγκυροβολούν έξω απ’το λιμάνι. Καθαιρείται ατμάκατος του Αβέρωφ και πλέει προς την αποβάθρα. Πυροβολισμοί χαιρετιστήριοι βροντούν, μανδήλια σείονται, καπέλα πετούν υψηλά, ελληνικές σημαίες προβάλλουν έξαφνα και ανεμίζουν υπερήφανα, οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και ο ήλιος είναι θερμός φθινοπωρινός, φωτίζει την πανέμορφη αγκάλη του κόλπου της Μυτιλήνης. Η ατμάκατος του Αβέρωφ επιστρέφει στη Ναυαρχίδα μεταφέροντας το Μητροπολίτη, το δήμαρχο Μυτιλήνης Βασίλειο Βασιλείου –που είναι ο προπάππους του ομιλούντος- και τον Μουτεσαρίφη. Η μουσική της Ναυαρχίδας παίζει εμβατήρια και καταλήγει στο «Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά!». Μετά από λίγο, αφού έφυγε η αντιπροσωπεία, η απόβαση άρχισε στις 11.30 και ολοκληρώθηκε στις 12.30. Στη 1.00μμ υψώθηκε η ελληνική σημαία στο διοικητήριο της πόλεως υπό τους χαιρετιστήριους κανονιοβολισμούς του Αβέρωφ και τις εκδηλώσεις ενθουσιασμού του Λεσβιακού λαού. Προηγουμένως, πριν την κατάληψη, είχε επιδοθεί τελεσίγραφο του Κουντουριώτη προς τις οθωμανικές αρχές του νησιού με το οποίο ζητούσε την άμεση παράδοση της πόλης, πραγματοποιήθηκε μία σύσκεψη μεταξύ οθωμανικών αρχών και αντιπροσωπείας χριστιανών. Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να αποχωρίσουν οι ολιγάριθμες οθωμανικές ένοπλες δυνάμεις στο εσωτερικό του νησιού και να γίνει αναίμακτα η κατάληψη της Μυτιλήνης προκειμένου να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία του άοπλου πληθυσμού, χριστιανικού και μουσουλμανικού.
Στο Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου πραγματοποιήθηκε δοξολογία χοροστατούντος του Μητροπολίτου Μυτιλήνης Κυρίλλου, ο οποίος μαζί με τους παρευρισκομένους έψαλλαν το «Χριστός Ανέστη».
Αμέσως με ανακοίνωσή τους, οι ελληνικές αρχές κήρυξαν την ένωση του νησιού με τη Μητέρα Ελλάδα και διακήρυξαν την ισονομία και την ισοπολιτεία για όλους τους κατοίκους χριστιανούς και μουσουλμάνους.
Εν συνεχεία, πολιτικός διοικητής της πόλεως της Μυτιλήνης ορίστηκε προσωρινά ο Υποπλοίαρχος Μελάς ενώ το αποβατικό σώμα με επικεφαλή τον Ταγματάρχη Μανουσάκη διατάχθηκε να βαδίσει προς το εσωτερικό του νησιού για να αντιμετωπίσει την αποσυρθείσα από την πόλη οθωμανική φρουρά. Η απόβαση τερματίστηκε στις 2μμ και ο στόλος σιγά-σιγά άρχισε να αποπλέει.
Στις 10 Νοεμβρίου το οπλιταγωγό «Μακεδονία» αγκυροβόλησε έξω από το Πλωμάρι και οι πεζοναύτες του αποβιβάστηκαν μέσα στους έξαλλους πανηγυρισμούς των κατοίκων.
Ακολούθησε η κατάληψη των οθωμανικών αρχών στην Αγιάσσο, στον Πολιχνήτο, στη Γέρα, ενώ η ελληνική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε βόρεια μέχρι τη Θερμή.
Ο αριθμός των ελληνικών δυνάμεων που αποβιβάστηκαν στο νησί δεν ξεπερνούσε τους 1600. Επειδή, ο οθμωανικός στρατός αριθμούσε 1500-2000 άνδρες αποφασίστηκε να μη γίνει η τελική σύγκρουση πριν φτάσουν ενισχύσεις σε άνδρες, στρατιωτικά μέσα και πολεμοφόδια. Όμως, το βόρειο και δυτικό μέρος του νησιού θα παραμείνουν κάτω από την τρομοκρατία των Οθωμανών και κυρίως των άτακτων ανταρτικών μουσουλμανικών σωμάτων (βασιβουζούκοι) που συνέδραμαν το έργο του τακτικού στρατού. Έτσι, βασιβουζούκοι διάσπαρτοι στις βορειοανατολικές περιοχές του νησιού, λεηλάτησαν το Μεσότοπο, την Αγ.Παρασκευή, την Ερεσσό και έκαψαν σπίτια στην Πέτρα.
Όταν στις 8 Νοεμβρίου 1912 έγινε αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Μυτιλήνη, αρκετοί χριστιανοί πατριώτες τέθηκαν στη διάθεση του ελληνικού στρατού, ο οποίος και τους εξόπλισε με σκοπό να τους χρησιμοποιήσει ως πολιτοφυλακή στα Λεσβιακά χωριά και ως αντίβαρο στα μουσουλμανικά ανταρτικά σώματα. Έτσι, πράξεις τρομοκρατίας κατά του άμαχου πληθυσμού δεν έλειψαν ούτες από τους χριστιανούς, ούτε από τους μουσουλμάνους αντάρτες στις περιοχές της δράσης τους, με αποτέλεσμα η λεσβιακή ύπαιθρος να γνωρίσει στιγμές βαρβαρότητας. Για το λόγο αυτό οι ελληνικές αρχές ζήτησαν τον αφοπλισμό των λεσβιακών χριστιανικών ανταρτικών σωμάτων και τιμώρησαν αρκετούς ένοπλους που πρωτοστάτησαν σε επεισόδια εναντίον του άμαχου μουσουλμανικού πληθυσμού.
Οι οθωμανικές τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν οχυρωθεί στο στρατόπεδό τους στον Κλαπάδο, ένα μουσουλμανικό χωριό που δεν υπάρχει σήμερα. Όμως, οι χριστιανοί κάτοικοι του Τουρκοκρατούμενου ακόμα τμήματος του νησιού δεν είχαν καμία αμφιβολία για την τελική έκβαση της μάχης. Πλοία του ελληνικού στόλου βομβάρδισαν τα καΐκια στη Σκάλα του Μολύβου για να αποκόψουν την επικοινωνία των Οθωμανών με τα απέναντι μικρασιατικά παράλια.
Στο μεταξύ ο ελληνικός στρατός είχε ενισχυθεί σημαντικά από 1500 περίπου άνδρες και πολλούς ντόπιους εθελοντές. Το κύριο σώμα των εθελοντών αποτελούσε η περίφημη «Λεσβιακή Φάλαγγα», η οποία απαρτιζόταν από 200 Λέσβιους μετανάστες που είχαν έρθει από την Αμερική για να βοηθήσουν στην απελευθέρωση της Πατρίδας τους. Μετά την άφιξη των πολυπόθητων ενισχύσεων στα τέλη Νοεμβρίου, ο ελληνικός στρατός θα βαδίσει προς το οχυρωμένο στρατόπεδο των Οθωμανών στον Κλαπάδο.
Το οθωμανικό στρατόπεδο στον Κλαπάδο δε θα μπορέσει να αντέξει πολύ στις επιθετικές ενέργειες του Ελληνικού Στρατού που ξεκίνησαν στις 6 Δεκεμβρίου. Ο βομβαρδισμός του στρατοπέδου συμπληρώθηκε και από βολές ακριβείας που ρίχνονταν από ελληνικά πολεμικά πλοία ανοιχτά της Πέτρας.
Το πρωτόκολλο τελικά παραδόσεως του Οθωμανικού Στρατού υπογράφηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1912 στο ύψωμα Πετσοφάς νοτιοανατολικά του Κλαπάδου.

Latest..