Επανεξετάζοντας το κυνήγι στο Αρχιπέλαγος με οδηγό την Χιώτικη πείρα

ΧΙΟΣ : Oι Χιώτες θιασώτες του Νεμρώδ είναι οι πιο μανιώδεις κυνηγοί του Αρχιπελάγους. Τον Σεπτέμβρη του 1990, οι J. Choremis & V. Spinthakis σε προκαταρκτική αναφορά προς τη διεθνή οργάνωση WWFσημειώνουν ότι οι κυνηγητικές άδειες του νησιού  ανέρχονται στο 8,25% επί του τοπικού πληθυσμού έναντι του 3,5% του ελληνικού μέσου όρου. Είχαν εκδοθεί κρατικές άδειες για 17.000 όπλα και σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο της Χίου αντιστοιχούσαν 5 κυνηγοί, ακριβώς οι διπλάσιοι από τον εθνικό μέσο όρο. Οι Χιώτες  καυχώνται για την κυνηγητική τους επιδεξιότητα. Αρέσκονται να διηγούνται το ανέκδοτο για τον κυνηγό που τουφεκώντας ανεπιτυχώς τρυγόνι  σε άλλο νησί του Αιγαίου ευχήθηκε αγανακτισμένος βλέποντάς το να φεύγει: «Άντε που να πας από χιώτικο ντουφέκι!»Όλα τα επιτελικά σχέδια, η εκγύμναση των σκυλιών, η δοκιμή όπλων και γομώσεων και οι προπονητικοί περίπατοι αφορούν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, την κάθοδο των αποδημητικών, ιδίως ορτυκιών και τρυγονιών, τα οποία διέρχονται  από τα Μαστιχοχώρια της Νότιας Χίου από τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη ή και νωρίτερα. Εκείνα τα πρωινά, δεδομένου και του πανελλήνιου ρεκόρ κατοχής Ι.Χ αυτοκινήτων που διατηρεί διαχρονικά το ναυτικό νησί, αν κάποιος ξένος βρεθεί ξημερώματα στην περιοχή Κοντυλόπου, κατηφορίζοντας για Πυργί, νομίζει ότι βρίσκεται στο κέντρο μιας μεγαλούπολης και όχι σε αγροτική περιοχή.
Προγραμματικός σκοπός αυτού του κειμένου περιβαλλοντικής ιστορίας είναι να παρουσιάσει την εσωτερική ιστορία του κυνηγιού στους ξακουστούς κυνηγότοπους του μεγαλύτερου και πλουσιότερου χωριού των Μαστιχοχωρίων, στο Πυργί της Χίου. Ο Γράφων, δάσκαλος μικρών παιδιών και παιδί της πόλης, επέλεξε τη δεκαετία του ’90, μετά από τις περιπλανήσεις του  στα νησιά του Αρχιπελάγους, για μόνιμη κατοικία το Πυργί, χωρίς να διαθέτει κτηματική περιουσία ή συγγενικές σχέσεις στα Μαστιχοχώρια. Ευελπιστεί ότι η διαύγαση που θα επιχειρήσει για την κοινωνική ιστορία της θήρας, κρίσιμα διαμεσολαβημένη από τα εργαλεία της κοινωνικής ανθρωπολογίας, θα είναι πλουραλιστική και πολυφωνική.
 Δεν έχω  αυταπάτες ότι γράφω ήδη από μια προκατειλημμένη σκοπιά. Όλοι οι επίδοξοι ανιχνευτές της βαριάς ιστορικής πείρας που κομίζει  το ελληνικό κυνήγι εκκινούμε από ένα ορίζοντα γεγονότων: Είμαστε γεννημένοι στη Μεσόγειο, γράφουμε για το δίπολο κοινωνίας-φύσης την εποχή της παγκοσμιοποίησης, συνήθως είμαστε αρσενικού γένους. Επιπλέον, οι πιο καλοί, οι μείζονες γραφιάδες του Νέου Ελληνισμού για κυνήγι και ψάρεμα είναι βιόφιλοι-μια βιοφιλία που εκκινεί από τραύμα-ψυχικό ή σωματικό. Ο Εμ. Λυκούδης, εκδίδει το 1925 τις «Κυνηγητικές ιστορίαις» του ενώ ταλαιπωρείται σφοδρά από ασθένεια του ουροποιητικού από την οποία θα καταλήξει δυο χρόνια μετά, ο  Τάσος Ζάππας γράφει τις «ψαράδικες ιστορίες», έχοντας πάρει τη θέση του πατέρα του στο καΐκι, σκοτωμένου από έκρηξη δυναμίτιδας. Οι βιόφιλοι συγγραφείς έχουν κατασκευάσει ενεργητικά τις προσωπικές τους βιογραφίες ώστε να υποστηρίζει το πρόταγμα, την ψυχολογική τους ανάγκη για βιοφιλία-όπως έχει αποκαλέσει ο αείμνηστος νευρολόγος Όλιβερ Σακς το αίτημα για μια ζωή κοντά στη φύση, κοντά στα άγρια και οικόσιτα ζώα, εντός βιοπεριοχών και διαπνέονται συχνά από ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για τα φαινόμενα του φυσικού περιβάλλοντος . Όλοι οι βιόφιλοι συγγραφείς καταλήγουν να αναγνωρίζουν την ιαματική επίδραση που έχει στα ποικίλα ψυχοκοινωνικά τραύματα της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας η τροφοσυλλεκτική δραστηριότητα, με την θηρευτική επιτέλεση να έχει τον σπουδαιότερο ιστορικά ρόλο. Αν και κάποτε, τα ίδια τα κίνητρα της κυνηγεσίας, ο φθόνος της οπλοκατοχής, κινητοποιεί την προδοσία των εταίρων και φανερώνει τις σκοτεινότερες δυνάμεις του ανθρώπινου κακού. Ο Νίκος Ο., βετεράνος κυνηγός του Ανατολικού Αιγαίου κατάφερε να αντιμετωπίσει τους δαίμονές του φέρνοντας στο νου την αρχαία οδηγία για την θεραπεία: «Ο τρώσας και ιάσεται», καταλήγοντας να γίνει λαμπρός ιχνηλάτης μπεκάτσας:
Ήταν τη δεκαετία του ‘70, στα 14 χρόνια μου, όταν ο πατέρας μου με πήρε μαζί του ένα απόγευμα να πάμε στα μαγαζιά να μου πάρει για πρώτη φορά ένα χριστουγεννιάτικο δώρο. Mπήκε στο κυνηγητικό μαγαζί του νησιού,  έπιασε στα χέρια του ένα πανέμορφο αεροβόλο και μου το έδειξε λέγοντας: «Σου αρέσει; Είναι το δώρο που σου έταξα!» Όλο χαρά, δεν χόρταινα να το θαυμάζω και με έπιασε αγωνία πότε θα το δοκιμάσω. Ήταν ένα BSA METEO 5,5, για την εποχή του φοβερό και πανίσχυρο μπροστά στα άλλα ασθενικά αεροβόλα της εποχής και σε σπάνιο διαμέτρημα 5,5 όταν όλα τα αεροβόλα του χωριού ήταν 4,5. Ο πατέρας το αγόρασε και φύγαμε και όταν μαγεμένος το άνοιξα, η πρώτη εντύπωση ήταν ο μεγάλος χαρακτηριστικός ρόζος που είχε στο κοντάκι. Μέσα στο ωραίο κουτί του είχε δώρο ένα μικρό πλαστικό διαφανές κουτάκι με 100 βολίδες, ένα μπουκαλάκι λάδι με μια ωραία μυρουδιά, στόχους χάρτινους και μια μεταλλική βάση στόχων. Περίμενα μέρες υπομονετικά να το ρυθμίσει πρώτα ο πατέρας μου και να βρει και τον τύπο της βολίδας που του ταίριαζε, ανάμεσα στα τρία διαφορετικά είδη βολίδας και όταν τον βρήκε ενθουσιαστήκαμε με την δύναμη που είχε , άλλα έμενε πια πολύ λίγος χρόνος για να ρίξω κι εγώ. Μόλις πρόλαβα και έριξα 5 βολίδες γιατί νύχτωσε για τα καλά. Το αεροβόλο το αφήσαμε στο εξοχικό σπίτι και ο πατέρας είπε:«Tην επόμενη φορά θα ξαναρίξουμε μαζί.» Από τότε δεν  ξαναθαύμασα το αεροβόλο γιατί σε δέκα μέρες ο πατέρας μου έφυγε από την ζωή, αιφνίδια στα 46 του χρόνια, από έμφραγμα , και που μυαλό εγώ και όρεξη για το αεροβόλο που το είχαμε αφήσει στο χωριό. Βρίσκω τον Β., ένα γείτονα χωριανό και του λέω για το αεροβόλο που έχω και προτείνει να πάμε να ανάψουμε τα φώτα στην αυλή του εξοχικού για να βλέπουμε όταν σημαδεύουμε και ρίχνουμε.  Έκανε πρώτος μια σειρά βολές στο μισοσκόταδο αλλά η χήρα μάνα μου μού φώναζε ότι με περιμένει να φύγουμε για τη χώρα, , και πριν προλάβω να το ευχαριστηθώ, βάζω το αεροβόλο μέσα στο εξοχικό, κλειδώνω μαζί με τον Β., και βάζω το κλειδί κάτω από την γλάστρα- τόσο αφελής και απονήρευτος ήμουν! Την άλλη Κυριακή πήγα τρέχοντας, βρίσκω το κλειδί κάτω από την γλάστρα, ανοίγω το κουτί με το αεροβόλο αλλά,  πουθενά τ’ αεροβόλο! Μόνο τα αξεσουάρ υπήρχαν!.. Κάποτε, μετά από χρόνια, βρήκε τυχαία ένας εργάτης στο περιφραγμένο κτήμα του πατέρα του Β., ένα άθλιο όπλο, κολλημένο από την σκουριά με σπασμένα στόχαστρα , και το παρέδωσε στο ξάδελφο μου τον Α., μπας και ήταν το χαμένο αεροβόλο. Εκείνος, όπως ήταν σε άθλια κατάσταση δεν το γνώρισε και με φώναξε να το δω. Αναγνώρισα αμέσως το ρημαγμένο δώρο του πατέρα από τον ρόζο που είχε στο κοντάκι γιατί δεν φαίνονταν ούτε αριθμός ούτε τίποτα, ήταν πια άχρηστο. Διότι, εκείνοι οι μάγκες- ή ο μάγκας, όταν άκουσαν για τον αριθμό του αεροβόλου που δήλωσα, πήγαν και έσπασαν το στόχαστρο που έγραφε πάνω τον αριθμό και δεν έφτανε αυτό αλλά έξυσαν και το μέταλλο του αεροβόλου με λίμα αφού και εκεί έγραφε ξανά τον αριθμό.  Αυτοί αποδείχθηκαν οι καλοί μου «χωριανοί» και νεανικοί «φίλοι»…
Eπειδή ενίοτε αμέτρητοι άνθρωποι έχουμε υποστεί τις συνέπειες ενός βλαπτικού γεγονότος, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η εμπειρία μας αυτομάτως γίνεται συμμεριστή από τους άλλους, καθώς μπορεί ο καθένας να βιώνει και να διαχειρίζεται το πλήγμα ξεχωριστά και άρα να μη συγκροτείται κοινή ταυτότητα σε βάθος χρόνου για αυτό. Όμως η σύγχρονη ιστορία της Ελληνικής θήρας εκτός από τα κλινικά-ατομικά τραύματα είναι διεσπαρμένη με συλλογικά τραύματα. Πρόκειται εδώ για βλαπτικά γεγονότα του παρελθόντος που έχουν χαράξει ανεξίτηλα  τα συστήματα αναφοράς της Ελληνικής κοινωνίας και του τμήματός της που αφορά τους κυνηγούς. Για να υπάρξει πολιτισμικό τραύμα πρέπει εκ των υστέρων μια οδυνηρή εμπειρία-εδώ η απαγόρευση της οπλοφορίας κατά τη Γερμανική Κατοχή και το φαινόμενο του δοσιλογισμού- να αποσπασθεί από τον ατομικό βιόκοσμο, να μεταφερθεί στη δημόσια σφαίρα  όπου συγκροτείται ένα επεξηγηματικό πλαίσιο. Πολύ συχνά όμως τα μνημονικά ίχνη σκεπάζονται και εξακολουθούν να παραμένουν στο ημίφως της οικογενειακής-ατομικής σφαίρας (και παθολογίας) εκτός αν εγγραφούν στον δημόσιο λόγο όπως η φωνή της πληροφορήτριάς μας Δέσποινας Μαρή από τον Κάμπο της Χίου.
Ο πατέρας είχε στη ντουλάπα μέσα πριν την Κατοχή τρία ντουφέκια, κρεμασμένα στο βάθος λοξοειδώς, τα δυο μέσα στη θήκη τους. Το μονόκαννο για τα μικρόπουλα, το εμπροσθογεμές και το καλό του δίκαννο. Είχε ακόμη μέσα τα μπαρουτόβολά του στο επάνω ράφι της ντουλάπας τοποθετημένα με τάξη περισσή τα σκάγια, τη μπαρούτη, τα στουπιά, τις μεζούρες του γράσου, τις καψούλες. Όταν λοιπόν δινόταν η άδεια για το κυνήγι ο πατέρας ήτανε πάντοτε έτοιμος. Άνοιγε την ντουλάπα εκείνη και ετοιμαζότανε για να κυνηγήσει μικρόπουλα στον Κοφινά, στον Άη Γιώργη, στα Ρεστά, στον Τριπατέ, στην Νέα Μονή. Αν είμαστε στην Καρδαμάδα κυνηγούσε εκεί γύρω. Τον βλέπαμε να στέκει κάτω από τη ροβυθάτη τσικουδιά μας και να στοχεύει αξεμώνοντας (σημαδεύοντας) τα πουλιά. Μπαμ! Ηκούετο στον αέρα και, να, αμέσως πέφτανε πέντε- έξι κουρνούπια (συκοφάγοι) κάτω που πετύχαινε στο πέρασμά τους καθώς αυτά διαβαίνανε κοπάδι ολόκληρο με τα χαρακτηριστικά τους λαλήματα. Τα έφερνε στο σπίτι περιχαρής, μεγάλα, όμορφα, πολύχρωμα πουλιά, για μάδημα. Το 1941, ο πατέρας προβληματίστηκε πολύ όταν ο κατακτητής έδωσε εντολή να παραδοθούν τα όπλα. Τους κερατάδες, μονολογούσε, θα μας αφήσουν άοπλους. Δίπλα μας καθότανε ένας άνθρωπος, όνομα και μη χωριό, πολύ ύποπτος. Ο πατέρας τον έλαβε σοβαρά υπ’ όψιν γιατί ήξερε ότι ο πατέρας ήταν κυνηγός. Συν το χρόνο απεδείχθη άνθρωπος της Γερμανίας, με καρφιτσωμένη την ταμπέλα στην πλάτη του και την κουτέλα του, όπως έλεγε ο πατέρας. Ο δοσίλογος! Τον υπολόγισε λοιπόν ο πατέρας στα σοβαρά και πήρε την απόφασή του. Αϊ στο διάολο, είπε. Τα παιδιά μας μετράνε και όχι τα όπλα. Πρέπει να λάβω τα μέτρα μου. Το ένα το παρέδωσε και τα άλλα δύο τα έκρυψε κάτω από κείνη τη ντουλάπα. Σήκωσε δυο πλάκες ορθογώνιες και πέρασε τα ντουφέκια από κάτω αφού πρώτα τα γρασάρισε και τα τύλιξε σε λαδόχαρτο και μάλλινα πανιά. Τα μπαρουτόβολά του στον Κάμπο τα έκρυψε κάτω από ένα τραπεζάκι με διπλή θήκη που ο ίδιος έφτιαξε με φόβο Θεού αφού η μητέρα εκεί πάνω είχε την γκαζιέρα της και το καμινετάκι της που άναβε σε ώρα ανάγκης. Όταν οι Γερμανοί έφυγαν και πήραν μαζί τους το δοσίλογο, σιγά-σιγά ο πατέρας θυμήθηκε εκείνα τα όπλα που είχε κρύψει και τα έβγαλε. Ζημιά διαπίστωσε ότι δεν είχαν ευτυχώς πάθει. Τα σκούπισε, τα γυάλισε, τα φρόντισε και στάθηκε να τα κοιτάξει με πολλή περίσκεψη, με μια έκφραση περίεργη. Η μητέρα τον έβλεπε απορημένη και δεν μιλούσε. Κοιταχτήκανε κατάματα και ο πατέρας έσπασε τη σιωπή του λέγοντας μελαγχολικά: «Τα αφορισμένα! Ξεκάνανε εκατομμύρια κόσμο και κοσμάκη!»
Για τους κυνηγούς κάτω των 30 ετών, το «παράδειγμα» της ανάμνησης έχει σήμερα αλλάξει ολοσχερώς. Αναφέρονται σε αναμνήσεις υπερσυνδέσμων αντί μιας συλλογής βιωμάτων που είτε έχουν ζήσει είτε τους έχουν μεταδοθεί. Κάθε γεγονός, κάθε πληροφορία μπορεί ανά πάσα στιγμή να «ανακληθεί» μέσω του Διαδικτύου – αυτής της απόλυτης συλλογικής μνήμης. Σήμερα, η μνήμη των κυνηγών δεν είναι τόσο μια ενεργή διαδικασία όσο θέμα πρόσβασης.Από τους τόπους μνήμης  του Κικέρωνα, εργαλεία μνημοτεχνικής ανεξάρτητα από ιδεολογία, κοινωνικές αξίες ή ιστορικές απόψεις, ο ιστορικός της  Ελληνικής Κυνηγεσίας, εν πολλοίς ανεξερεύνητο πεδίο της περιβαλλοντικής ιστορίας, αναγκάζεται να περάσει καθώς τον υποχρεώνουν τα ίδια τα τεκμήρια και οι μαρτυρίες, στη μελέτη των χώρων μνήμης (lieux de mémoire) που είναι εξαιρετικά φορτισμένοι ιδεολογικά. Οι χώροι μνήμης  υπάρχουν, γιατί δεν υπάρχουν πια πραγματικά περιβάλλοντα μνήμης (milieux de mémoire) και υπάρχουν για να διασώσουν κάτι που βρίσκεται υπό απειλή, τη ζώσα μνήμη. Μοιάζουν με τα κοχύλια στην ακτή, όταν η θάλασσα της ζώσας μνήμης έχει αποσυρθεί. Έτσι, στη διχοτομία ανάμεσα στην ιστορία και τη μνήμη η ιστορία προσαρτάται περισσότερο σε γεγονότα ενώ η μνήμη σε χώρους . Η μνήμη του Χιώτη παλαίμαχου κυνηγού  Μπάμπη Κοιλιάρη, ενός από τους σπουδαιότερους εικαστικούς, τοπιογράφους του Αιγαίου διαμορφώθηκε ενεργά από τα τοπόσημα μνήμης των λόφων γύρω από το Βασιλεώνοικο, το χωριό του παππού του. Η ίδια η έννοια του τοπόσημου αφορά σημεία του δομημένου αλλά κυρίως, στα πλαίσια της θήρας, του αδόμητου χώρου για τα οποία οι συναισθηματικοί δεσμοί των κυνηγών είναι πολύ ισχυροί, ακόμη και αν παύσουν να υπάρχουν, «πεδίο βολής» για ατομικά και συλλογικά τραύματα. Η μαρτυρία του Μ. Κοιλιάρη φαίνεται να υποστηρίζουν τις πρόσφατες θεωρίες (Halbwachs, Μαντόγλου) ότι θυμόμαστε μέσω του χώρου. Είναι το υλικό περιβάλλον που μας κάνει να φέρνουμε παρελθοντικές εικόνες στο μυαλό μας. Ο χώρος είναι μια πραγματικότητα που διαρκεί, είναι το τεκμήριο και το εργαλείο της ενθύμησης. Και προφανώς έξω από αυτό δε μπορεί να μείνει η συλλογική μνήμη που πρέπει να εξασφαλίσει τη μη λησμονιά της, την ίδια της την ύπαρξη. Για τον παλαίμαχο κυνηγό, τόπος μνήμης είναι η γωνιά ενός περιβολιού στον Κάμπο της Χίου όπου δέσποζε μια γέρικη τσικουδιά . Αυτό το χαρακτηριστικό δέντρο της Κεντρικής Χίου, με τους στρογγυλούς φυστικοειδείς καρπούς, εδώδιμους και λίαν αγαπητούς παλιότερα στη Μυροβόλο εδώ και χρόνια δεν υπάρχει αφότου ένας δυνατός αέρας  την ξερίζωσε.
 «Μέσα στην κουφάλα της, που ήταν κτισμένη με πέτρες όλο αυτό τον καιρό, αποκαλύφθηκε το καλά κρυμμένο μυστικό του παππού μου. Βρήκα το μπροστογεμί του. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί μάζεψαν όλα τα ντουφέκια από τους Βασιλεωνοικούσους. Όμως ο παππούς πρόλαβε και το έκρυψε. Το τύλιξε προσεκτικά σε πισσόχαρτο και μια μέρα έφυγε με το πακέτο χωρίς να πει σε κανέναν μας τίποτα για να μας προφυλάξει. Η Κατοχή, όπως όλον τον κόσμο, τον κατέβαλε πολύ. Μετά την απελευθέρωση δεν πήγε ποτέ να το βρει και να το φέρει πίσω. Πήρε το μυστικό μαζί του, στον τάφο του. Αλλά κι εμάς δεν μας ενδιέφερε ποτέ να το μάθουμε γιατί το είχαμε συνδέσει με τον πολύ δυσάρεστο τραυματισμό του παππού μου λίγο πριν τον πόλεμο. Ο παππούς μου [Χαράλαμπος Κοιλιάρης 1880-1962]  πήγαινε στα χωράφια πάντα με το όπλο κρεμασμένο στην πλάτη του.  Ήταν πολύ καλός σκοπευτής, δεν του ξέφευγε τίποτα! Ειδικά την περίοδο με τους κουρνούπους (συκοφάγους),  σαν σταφύλια κρέμονταν οι αρμαθιές στο σαμάρι του γαϊδάρου. Όμως εκείνη την ημέρα, ο διάβολος τον σκούντησε, αποφάσισε αντί να το πάρει άδειο, όπως συνήθιζε, να το ετοιμάσει, μην του βγει τίποτα καλό στον δρόμο και το χάσει. Άνοιξε προσεκτικά ένα καλαμένιο φυσάκι και άδειασε με τη σειρά τη δόση με το μπαρούτι και τα σκάγια, τα πίεσε δυνατά με την τουφεκόβεργα προσθέτοντας αρκετό στουπί και έφυγε. Περνούσε όμως η ώρα, είχε αρχίσει να βραδιάζει και όλη η οικογένεια άρχισε να ανησυχεί για τον γυρισμό του. Πήραμε φανάρια και πήγαμε στο βουνό. Ήταν πια σκοτεινά όταν ακούσαμε από μια ρεματιά το γκάρισμα της γαϊδάρας μας. Τρέξαμε προς το μέρος εκείνο και τον βρήκαμε χτυπημένο στο πόδι και στον ώμο. Η αναστάτωσή μας κόπασε που τουλάχιστον τον είδαμε ζωντανό. Μας διηγήθηκε τι συνέβη αφού περιποιηθήκαμε τα τραύματά του στο σπίτι. Πηγαίνοντας λοιπόν το πρωί, είδε μπροστά του ένα γιδοβύζι να κάθεται σε μια ελιά. Για να μην το διαλύσει, ξεπέζεψε και έκανε πίσω χωρίς να το χάσει από τα μάτια του. Έφτασε μέχρι το σημείο που πίσω του ήταν γκρεμός. Σταμάτησε και τον σημάδεψε καλά. Δεν υπολόγισε όμως το τίναγμα του τουφεκιού που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να βρεθεί στο κενό. Είχε χάσει τις αισθήσεις του για πολλές ώρες μα όταν τις ξαναβρήκε διαπίστωσε πως το πόδι του είχε πρηστεί και δεν ήταν σε θέση να περπατήσει.»
Η γραφή της ιστορίας του κυνηγιού στην πατρίδα μας  είναι μέρος μιας ευρύτερης πρακτικής συγκριτικών δραστηριοτήτων που δεν περιορίζονται  ωστόσο στην ανάδειξη προσωπικών αφηγήσεων μέσω της προφορικής ιστορίας. Πολύ περισσότερο, που σε μεγάλο βαθμό αυτή η ιστορία έχει ήδη γραφτεί στον ειδικό τύπο από μορφωμένους αστούς με νομική σκευή όπως ο δικηγόρος Γ. Οικονομίδης ή ο δικαστής Εμ. Λυκούδης που εκκινούν από την πόλη για να κυνηγήσουν σε προάστια όπως το Φάληρο, οι πλαγιές του  Υμηττού αλλά όταν προσέρχονται στην βαθιά Ελλάδα χρησιμοποιούν  προνομιακούς πληροφορητές, στρατιωτικούς, αστυνόμους οι οποίοι είναι ξένοι αλλά απαιτούν να ηγεμονεύσουν ιδεολογικά στην  ύπαιθρο, Γνωρίζουμε πολλά για το πώς τα δυτικά κέντρα ερμηνεύουν (στην πραγματικότητα συγκροτούν) την ιστορία της περιφέρειας. Αλλά πώς η περιφέρεια ερμηνεύει το κέντρο;  Είναι ένα ουσιαστικό ερώτημα γιατί ακριβώς με αυτές τις ερμηνείες συγκροτούνται ταυτότητες. «Αντεστραμμένο τηλεσκόπιο» χαρακτήριζε αυτή τη σχέση ο ιστορικός Benedict Anderson.
Απ’ τη μια υπάρχει ένα τεράστιο, χαώδες παρελθόν κυνηγητικών πρακτικών, και από την άλλη οι μικρούτσικες αναπαραστάσεις των άρθρων στα κυνηγητικά περιοδικά και τις ιστοσελίδες, τα μόνα με τα οποία μπορούμε να αντιληφθούμε κάτι από αυτό το χαμένο παρελθόν. Από τη στιγμή λοιπόν που αποφασίζουμε να δημιουργήσουμε μια σφήνα ανάμεσα στην εξιστορούμενη ιστορία της ελληνικής θήρας και στο ιστορούν ρηγματωμένο υποκείμενο που συνιστούν ντόπιοι και αστοί κυνηγοί, πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα με ποιους τρόπους, ποια εργαλεία, με ποιες συνήθειες, με ποια τέχνη οι λέξεις αγκαλιάζουν και ενδύουν αυτό το φευγαλέο παρελθόν. Πώς το μετατρέπουν σε φθεγγόμενο παρελθόν; Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε ως Ιστορία, έχει χαρακτηριστικά συγκεκριμένα: Έχει τη μορφή γραπτού κειμένου και όχι προφορικών ιστοριών, γράφεται σε πεζό και όχι σε έμμετρο λόγο σε αντίθεση με τα εκτενή κυνηγητικά έπη που συνέθετε ο ολιγογράμματος αυτόχθων Κωστής Βαττές, ιδρυτής του κυνηγητικού περίπτερου στον Εμπορειό, το επίνειο του Πυργίου,   ο χρόνος της είναι γραμμικός και όχι κυκλικός. Αυτό τον τρόπο μάθαιναν οι επίδοξοι δημοσιογράφοι στα δεκάδες μεταπολεμικά έντυπα. Αλλά δεν τελειώσαμε εδώ. Γιατί η περιγραφή, η γραφή της ιστορίας, εξαρτάται από τα καλούπια που υπάρχουν στο μυαλό μας, πριν καν την αρθρώσουμε, μόνο με το να φανταστούμε αυτό που θέλουμε να γράψουμε. Και αυτά τα καλούπια δεν είναι ατομικά αλλά είναι πολιτισμικά. Όταν η μικρή κοινωνία των κυνηγών είναι εμποτισμένη με  την έννοια της προόδου, η ιστορία περιγράφει αυτό που είναι καινούργιο και εκείνο που είναι παλιό, εκείνο που πάει μπροστά και εκείνο που αντιστέκεται. Αν επίσης βλέπεις την ιστορία του κυνηγιού  ως πορεία εκμοντερνισμού ή εκλογίκευσης, αν πάλι την βλέπεις ως πάλη των τάξεων, τότε υιοθετείς μύθους-καλούπια, τα οποία δεν προέρχονται από τα δεδομένα σου, αλλά πάνω στα οποία σμιλεύεται ο λόγος ακόμη και με την πιο ευσυνείδητη έρευνα. Με τους μύθους αυτούς βάζεις τάξη στο χάος των δεδομένων.
Ξένοι αποικιοκράτες, πλούσιοι Αιγυπτιώτες βαμβακέμποροι, εφοπλιστές, φεουδάρχες του χιώτικου Κάμπου, συνταξιούχοι πλούσιοι απόδημοι,  ιδού οι πρώτοι που καρπώνονται προνομιακά τα  κυνηγοτόπια του Πυργίου κυνηγώντας «από φυλακής πρωίας μέχρι νυχτός». Κυνηγούν «απλώς για σπορ».. Ήταν εκείνοι που είχαν την οικονομική ευχέρεια  να νοικιάσουν ταξί στο οποίο φόρτωναν την οικογένειά τους, τα απαραίτητα εφόδια και πυρομαχικά και φυσικά τα σκυλιά τους. Ταξιτζήδες της εποχής ήταν οι Μαμουνής, Μισετζής, Συρρής, Βασιλάκης, Μούνδρος, Πιτυανός και άλλοι, πάντα έτοιμοι να εξυπηρετήσουν τους παραλήδες κυνηγούς. Ξεκινούσαν από τη Χώρα και μέσω Κάμπου- Καρδαμάδας έφθαναν στο Θολοποτάμι από όπου, μη υπάρχοντος άλλου αμαξωτού δρόμου προς τον Εμπορειό, κατευθύνονταν προς Καλαμωτή και από κει προς την Κώμη περνώντας από την Παναγία τη Σικελιά. Όταν το ταξί άφηνε στη Νότια παραλία της Κώμης τους επιβάτες, είχαν έγκαιρα ειδοποιηθεί και τους περίμεναν, έναντι αδρής αμοιβής, οι βαρκάρηδες και ψαράδες  Μαυρουδής και Κόβας οι οποίοι  τους διαπόρθμευαν κάτω από τα απόκρημνα βράχια του Προφήτη Ηλία στον ήρεμο και ασφαλές κολπίσκο του Εμπορειού. Τα σπιτάκια στο λιμανάκι του Εμπορειού ήταν κλεισμένα εκ των προτέρων. Απλά κι απέριττα, κτισμένα από πέτρα, εξωτερικά ασπρισμένα με ασβέστη, αποτελούνταν από ένα μεγάλο δωμάτιο με το απαραίτητο κουζινάκι και την υποτυπώδη τουαλέτα. Μια πέτρινη σκάλα οδηγούσε πάνω στο δώμα, την αστρακιά, όπου οι ιδιοκτήτες Πυργούσιοι αγρότες άπλωναν τις σοδειές τους. Ο Γιάννης Χωρέμης, γόνος της μεγαλοαστικής οικογένειας των Χωρέμηδων με επιχειρηματική εξάπλωση στην Αγγλία, Αίγυπτο, Ινδίες από όπου έφεραν και φύτευσαν στη Χίο τις πρώτες μανταρινιές, εξιστορούσε την  μετάβαση στο εξοχικό σπίτι προκειμένου να χαρεί ο πατέρας το αγαπημένο του χόμπυ:
 «Πριν τον Πόλεμο, το καραβάνι με τα αυτοκίνητά μας ξεκινούσε στις αρχές Αυγούστου από τη Χίο με προορισμό το Πυργί, μεταφέροντας την πολυμελή οικογένεια, το υπηρετικό προσωπικό και τους δασκάλους των παιδιών. Όταν φτάναμε, τα Πυργουσάκια έρχονταν από όλους τους δρόμους κατά ομάδες και μαζεύονταν γύρω μας με μεγάλη περιέργεια. Έπιαναν τα πάντα, άγγιζαν ό,τι μπορούσαν. Κι εμένα έρχονταν όλα καιμε άγγιζαν. Νόμιζα ότι τα παιδιά του Πυργίου έβλεπαν με τα χέρια. Στα μισά της σεζόν της κυνηγετικής, επειδή είχαν ξεκάνει οι πρώτοι τρεις σκύλοι που παίρναμε μαζί μας στην αρχή, έφερνε ο επιστάτης από τη Χώρα τους τρεις άλλους και έπαιρνε τους πρώτους να τους πάει κάτω. Τους ξέκανε τους σκύλους ο πατέρας μου γιατί έφευγε για κυνήγι κάθε πρωί στις πέντε, εγύριζε στις οχτώ και ξανάφευγε το απόγευμα στις τέσσερεις μέχρι που νύχτωνε. Η εποχή των Δοτιών ήταν μόνο κυνήγι. Όταν φεύγαμε από τα Δότια, το σπίτι έμενε άδειο, μόνο τέσσερεις τοίχοι, γιατί οι μεγαλύτεροι δεν εμπιστεύονταν τους χωριάτες».
Aυτή η αρχική αγριοποίηση αυτόχθονων κατοίκων και κυνηγών  οδηγεί σήμερα όσους στον ελεύθερο χρόνο  ασχολούνται με θηρευτική επιτέλεση στη «βαθιά Ελλάδα» να αναστοχαστούμε για τη δυνατότητα ταύτισης με πρότυπα του παρελθόντος. Έχουμε  αναλογίες  με όσους άσκησαν τροφοσυλλεκτικές τακτικές στην ελληνική ύπαιθρο; Έχουμε κοινή γλώσσα συνεννόησης με τον κυνηγό που εξορμά για βίσωνες και αγριόγαλους στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία; Aν όχι, εκείνο το κυνήγι είναι αμοιβαία μεταφράσιμο με τη σημερινή κυνηγητική ιδεολογία; O παπάς από το χωριό Βουνό της Χίου που χρησιμοποιούσε αρά για να πιάνει μικρόπουλα, διαθέτει τις ίδιες νοητικές κατηγορίες για την ανάλυση της φύσης με τον σύγχρονο κυνηγό μπεκάτσας; Σε τι περιστάσεις καταναλώνονταν τα θηράματα στο παρελθόν; Υπήρχε κάποιος εξισωτικός διαμοιρασμός στην κοινότητα ή καταναλώνονταν σιωπηλά και κρυφά στο κυριακάτικο οικογενειακό γεύμα όπως σήμερα; Tέτοιες αναστοχαστικές ερωτήσεις δεν έχουν, νομίζω, μία απάντηση κλειστού τύπου. Σίγουρα διαθέτουν οι σημερινοί κυνηγοί και κάποιες ομοιότητες με την αριστοκρατική ελίτ που κυνήγησε στα Πυργούσικα κυνηγοτόπια. Και ευτυχώς, γιατί κατοικούμε εντός μιας Δημοκρατίας δυτικού τύπου. Όπου, όπως λέει κι ο κοινωνιολόγος Antony Gittens, η επιτυχία της κρίνεται όταν υπάρχει μια συνεχής διάχυση των δικαιωμάτων και των δυνατοτήτων που παραδοσιακά είχε η αριστοκρατική ελίτ προς τα κατώτερα μέρη της κοινωνικής πυραμίδας. Διέθεταν οι Άγγλοι gentlemen και ο Χωρέμης σκυλιά πόιντερ και δίκαννα και διακοπές, έχουμε όμως πια και οι περισσότεροι κυνηγοί!  Όπως διαθέτουμε  και κάποιες, έστω απόμακρες αναλογίες με τη μεσαία τάξη των Ελλήνων κυνηγών του Μεσοπολέμου. Επειδή κι εμείς σταματάμε στα ενδιάμεσα ταβερνάκια για την απαραίτητη δυναμωτική δόση του χιώτικου ούζου ή της σούμας αλλά εκεί μάλλον τελειώνουν  οι ομοιότητες. Γιατί η μεσαία τάξη των κυνηγών της Χίου, με καταγωγή από τον Κάμπο και τον μακρινό Βροντάδο μετέβαιναν πεζοί ή και με ζώα ξεκινώντας από τα μαύρα μεσάνυχτα για να φτάσουν στα κυνηγοτόπια του Εμπορειού τα ξημερώματα. Σε αντίθεση με μας ήταν άνθρωποι πολύ εξασκημένοι και σκληραγωγημένοι, από τα μέτωπα της Μικρασίας και της Μακεδονίας όταν μεταφέρονταν οι πολεμιστές από τη μία περιοχή στην άλλη μέσα σε μια νύχτα μόνο.
Ο θρυλικός εφοπλιστής Λιβανός κυνηγούσε όπως και ο Γιώργος Χωρέμης γύρω από το εμβληματικό τοπόσημο του πύργου των Δοτιών. Το όπλο του ήταν ειδική παραγγελία, πανομοιότυπο με εκείνο του Βασιλέα της Αγγλίας Γεώργιου Στ΄ αλλά και τα υπόλοιπα όπλα των επώνυμων κυνηγών δεν ήταν ευκαταφρόνητα. Αγορασμένα, όχι από χιώτικες  και αθηναϊκές βιτρίνες όπλων, αλλά κατόπιν ειδικής παραγγελίας στα γνωστά εργοστάσια Βελγίου, Γαλλίας και Αγγλίας, αποτελούσαν αληθινή περιουσία αξίας εκατοντάδων χρυσών λιρών Αγγλίας διαθέτοντας χειροποίητα ασημένια σκαλίσματα, αυτόματους εξολκείς, τσοκ και διπλές κάνες. Ο Νίκος Ρωξάνας, παλαίμαχος Χιώτης κυνηγός, θυμόταν ότι «ο κυρ Σταύρος Λιβανός με το καθαρόαιμο σκυλί του που ερχόταν αεροπορικώς από την Αγγλία, βγαλμένο από τα εκεί κυνοτροφεία, τουφεκούσε αράδα κι ό,τι έβρισκε μπροστά του. Οι αυτόματοι εξολκείς του όπλου του πετούσαν μακριά τους πανάκριβους άδειους κάλυκες από τα δυνατά εβδομηντάρια magnum φυσίγγια. Μα ο κυρ Σταύρος που ήξερε καλά από βαπόρια και ναυλοσύμφωνα, στο κυνήγι ήθελε μερικά μαθήματα. Γιατί τα σκάγια από τα δυνατά φυσίγγια αντί να κτυπήσουν το πουλί πήγαιναν να βρουν κατευθείαν τα άστρα. Κάποιος λοιπόν δικός του που τον ακολουθούσε τον πλησίασε και δίνοντάς του μια χούφτα φυσίγγια μικράς γομώσεως, κατάλληλα για κυνήγι ορτυκιών του είπε με λίγη δόση ειρωνίας: «-Κυρ Σταύρο, πάρε αυτά τα λιλιπούτεια να σκοτώσεις κανένα ορτύκι. Αυτά τα μάγκνουμ που έχεις στην παλάσκα σου κράτησέ τα να τα τραβήξεις όταν θα πας στην Αφρική για ρινόκερους!» Εκείνος τον λοξοκοίταξε αλλά τελικά πήρε τα ελαφρά φυσίγγια και σκότωσε μερικά πουλιά.»

Ο βουλευτής Κέντρου Ισίδωρος Μαυριδόγλου, γνωστός στους πολιτικούς φίλους ως «Σιδερής» ο οποίος αποστάτησε στα Ιουλιανά του ’65 για να ανταμειφτεί τότε με ολιγόμηνη υπουργοποίηση στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας,  κυνηγούσε στις αστυφίδες και τα θυμάρια του Πιλάτου, στα  Καψάλια, και το Μελισσοβούνι. Παρέα του συχνά είχε τον φαρμακοποιό Γιάννη Τζηρά από τον Κάμπο της Χίου, σπουδασμένο στην Μεγάλη του Γένους Σχολή  της Πόλης και μετέπειτα  στη Φαρμακευτική του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Όλος ο εξοπλισμός του φαρμακείου ερχόταν από την Γαλλία, με την φροντίδα του αδελφού του, Μιλτιάδη Τζηρά που σπούδαζε τότε Ιατρική στο Παρίσι. Κάποιες Κυριακές δεξιώνονταν στα κυνηγοτόπια του Εμποριού τον κοινό τους φίλο, τον σημαντικό ποιητή του νησιού Κώστα Χαλιορή που το σπίτι του δεσπόζει στο λιμανάκι του Εμπορειού.
Ένα άλλο διάσημο κυνηγητικό ντουέτο ήταν ο Αιγυπτιώτης  Μηταράκης, εγγόνι της αδελφής του μεγάλου ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη με τον επίσης αλεξανδρινό Παπαβασιλείου. Πριν καλά καλά φανεί το πρώτο φως της ημέρας ξεκίναγαν οι δυο τους για τις παρυφές του Ψάρωνα και του Τράχωνα ενώ ήδη ακούονταν οι πρώτες ντουφεκιές και συγχρόνως οι αναλαμπές των εκπυρσοκροτήσεων κι αμέσως οι φωνές αφεντικών ανάκατες με τα γαβγίσματα των κυνηγόσκυλων. Σκυλιά πεπειραμένα από παλιά, που γνώριζαν εκ των προτέρων το πανηγύρι που θα γινόταν, γι’ αυτό λυσσούσαν να σπάσουν τις αλυσίδες και τα λουριά αλλά και άπειρα σκυλιά, που με τις πρώτες ντουφεκιές τους κοβόταν η ανάσα, τα έπιανε λαχτάρα και ήθελαν να το σκάσουν. Οι δυο Αιγυπτιώτες, άφηναν κάθε Αύγουστο τη χώρα του Νείλου για να απολαύσουν την ολιγοήμερη περίοδο κυνηγιού στον Εμπορειό περιμένοντας τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες που συνήθως συνέπιπταν με το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου. Ένα ελαφρό συννεφάκι, μια ψιλοβροχούλα, ένα παίξιμο του καιρού που υποχρέωνε τις γυναίκες να ρίξουν το πλεκτό σάλι στους ώμους τους ήταν προμήνυμα για την επόμενη πλούσια κυνηγετική ημέρα και την επόμενη αυγή ο τόπος θα γέμιζε από ορτύκια και τρυγόνια. Όμως υπήρχαν μέρες άγονες. Οι δυο Αλεξανδρινοί εννοούσαν πάση θυσία να επιστρέφουν με θήραμα καθώς ο καιρός της επιστροφής ζύγωνε. Η λύση ήταν η προσφυγή στους δεινούς Πυργούσιους κυνηγούς. Ο Παπαβασιλείου είχε σαν πρώτο μέλημά του, να βρει τον Ζερβούδη (με το προσωνύμιο Μαγκαΐκας) στοιχηματίζοντας μαζί του για τη θήρευση λαγού. Ήταν σίγουρο ότι ο  Μαγκαΐκας θα του έφερνε σκοτωμένο λαγό οπότε το επίδικο διακύβευμα ήταν πόση ώρα θα χρειαστεί να τον πιάσει! Ο χρόνος ήταν συνήθως 2 με 3 ώρες. «Και ο Πυργούσης  με την περίεργη αρματωσιά του, εμπροσθογεμές όπλο με ξύλινη τουφεκόβεργα, με φυσιγγιοθήκη στη μέση του από κομμένα καλάμια, ξεκινάει σίγουρος για τα γνωστά του λαγουδοτόπια και στην καθορισμένη ώρα φέρνει στον Τάκη τον σκοτωμένο λαγό. Κι ο τελευταίος χαμογελώντας-Βρε δεμένο τον είχες;- του δίνει το στοίχημα και το γερό φιλοδώρημα.» (Ν.Ρωξάνας)  
 Η καταγραφή της μνήμης και της βιωμένης εμπειρίας των κυνηγών του νησιού για να διευρύνει το οπτικό της πεδίο, οφείλει να ενσωματώσει αφηγήσεις ζωής κυνηγών από όλα τα κοινωνικά στρώματα καθώς αυτές δεν αποκαλύπτουν μόνο τους τρόπους με τους οποίους ο συνηθισμένος κυνηγός αντιλαμβάνεται τη θέση του στην ιστορία αλλά και τα εσωτερικά, ασυνείδητα επίπεδα της κοινωνικής του εμπειρίας και ιστορικής εμπειρίας.
    Στο Πυργί της Νότιας Χίου  υπήρχαν πάντα ενεργοί Πυργούσοι κυνηγοί. Οι ιθαγενείς κυνηγοί δεν ήταν ένα παθητικό σώμα, ούτε μια ασύντακτη  ομάδα, ιεραρχικά υποδεέστερη στην ηγεμονική κουλτούρα των Αριστοκρατών κυνηγών. Τεκμηριωμένες μαρτυρίες υποδεικνύουν μια αντι-ηγεμονική κουλτούρα με πλούσια κοιτάσματα δυναμικής αντίστασης και δημιουργικότητας, αποκαλύπτοντας κυνηγοτόπια σκληρής διαπραγμάτευσης και όχι παθητικής αποδοχής. Οι γηγενείς Πυργούσοι δεν είχαν ποτέ την επιλογή να ασκήσουν το κυνήγι ως δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου, χάριν παιδιάς. Τα περάσματα των ορτυκιών συνέπιπταν χρονικά με την κοπιώδη συλλογή του μαστιχιού. Ξεκινούσαν κατά οικογενειακές ομάδες από βαθιά χαράματα πάνω στα υποζύγιά τους με μπροστάρηδες τα σκυλιά τους, κυνηγόσκυλα με καρουλιασμένες ουρές και  στητά αυτιά. Χωρίς φυσικά πιστοποιητικό ευγενείας,  Ο Πυργούσης πληροφορητής μου Γιάννης  Ζερβούδης, τρίτης γενιάς κυνηγός με πληροφορεί: «Είχαν μια ποικιλία σκυλιών τρομερά αποτελεσματική, τα σκυλιά ήταν κοντά και μακρουλά, σα λουκάνικα, μπαλωματάρικα, με δυο βούλες πάνω από τα μάτια που τις λέγαμε «μουσκουλούρια». Αυτοί οι ξωμάχοι κεντηστάδες στην πορεία χιλιομέτρων προκειμένου να πάνε να δουλέψουν στα απόμακρα κτήματά τους όλη τη μέρα είχαν στην τάξη τους άριστους σκοπευτές που έλεγαν με καμάρι στη θέα της σκοτωμένης πέρδικας: «Κατασαμαριανή την έθηκα!»(την σκόπευσα ακριβώς πάνω στην ράχη). Ο Νίκος Τσικής, συνταξιούχος καθηγητής δεν διστάζει να εντοπίσει και τα μειονεκτήματα της αντι-ηγεμονίας: «Στα Μαστιχοχώρια είχαν την συνήθεια και τα αυγά της πέρδικας να αρπάζουν και τα νεογνά να προσπαθούν να συλλάβουν και τις μεγάλες πέρδικες να κυνηγούν και πριν ακόμα να αρχίσει η νόμιμη κυνηγετική περίοδος, όχι μόνο γιατί έχουν νοστιμότατο και πολύ κρέας, αλλά και γιατί τις θεωρούν επιζήμιες, επειδή σκαλίζουν κάτω από τα καλλιεργημένα μαστιχόδεντρα, για να ανεύρουν τροφή, και έτσι χάνεται το μαστίχι, που κείται ακόμη άπηχτο και αμάζευτο κάτω από το δέντρο.»
Ο πρώτος που επισήμανε την μεγάλη διάκριση ανάμεσα στο κυνήγι των αστών Χιωτών και Φραγκολεβαντίνων και τις στρατηγικές μιας εν μέρει τροφοσυλλεκτικής Μαστιχοχωρούσικης κοινωνίας που αξιολογούσε σταθερά το κυνηγετικό habitus  ως χαρακτηριστικό «καλής γενιάς» ήταν ο καθηγητής Hubert Pernot που για ερευνητικούς σκοπούς έμεινε αρκετούς μήνες στο Πυργί το 1898. Στην πρώτη αναποδιά και τα προσκόμματα στη διεξαγωγή των ερευνών που δημιουργούν οι Τούρκικες αρχές ο αγγελιοφόρος του απευθύνει παρήγορο λόγο: «-Θα κάνεις σφάλμα να εγκαταλείψεις το Πυργί τώρα. Σε μερικές μέρες θα είναι το πέρασμα των ορτυκιών. Αν θες, θα μπορούσαμε να κυνηγήσουμε μαζί.»
Η οξυμένη διακριτική του ερευνητή επιτρέπει στον Pernot να διαγνώσει ότι η θηρευτική επιτέλεση και στην Χίο  ασκούνταν με ποικίλους περιορισμούς οι οποίοι είχαν συγκροτηθεί εντός  κοινωνικών τάξεων, εντός εθνοτικών ομάδων, εντός έμφυλων διακρίσεων. «Όταν οι χωρικοί [του Πυργίου] πηγαίνουν στα χωράφια παίρνουν μαζί τους οι περισσότεροι ένα τουφέκι μονόκαννο, σκουριασμένο, ραγισμένο, κολλημένο σε δέκα μεριές. Το γεμίζουν με κακής ποιότητας μπαρούτι, κουρέλια, κομμάτια μολύβι και τουφεκίζουν χωρίς έλεος όλα τα πετούμενα που περνούν στη βολή τους. Όσο για τους αστούς δεν κυνηγούν παρά μόνο τον Σεπτέμβριο στο πέρασμα των ορτυκιών και των τρυγονιών. Εγκαθίστανται τότε σε τέντες, στα Δότια, όχι μακριά από το Πυργί, τρώνε επί τόπου ένα μέρος των θηραμάτων τους και στέλνουν όλα τα υπόλοιπα στην πόλη.»
 Όταν ο Ουμπέρτος-όπως τον ονόμασαν οι Πυργούσιοι αποφασίσει να μείνει μερικούς μήνες στο χωριό τους δεν υπάρχουν πια τα εξημερωμένα κοπάδια περδίκων που είχαν εντυπωσιάσει τον Thevenot όταν επισκέφτηκε το 1720 την διπλανή Ελάτα όπου όλο το χωριό ζούσε από την περδικοτροφία, μια οργανωμένη πτηνοτροφία με οικογενειακά κοπάδια, δημοτικούς βοσκούς που μάζευαν χρησιμοποιώντας εξατομικευμένα σφυρίγματα τις πέρδικες από τους κοινοτικούς βοσκότοπους. Όμως στις αρχές του 20ου αιώνα που ο Hubert Pernot εξερευνά τις γλωσσικές διαλέκτους και τη δημοτική μουσική των Μαστιχοχώρων «οι άγριες πέρδικες είναι πολύ συνηθισμένες. Αν παραγγείλει κανείς σε ένα χωρικό θα σου φέρει δύο μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Έχει επίσης λαγούς αλλά το κρέας τους δεν είναι νόστιμο» υποστηρίζει ο Γάλλος καθηγητής, χωρίς ούτε αυτός ο καθ’ ομολογία φιλέλληνας να ξεφεύγει από την οριενταλιστική προκατάληψη. Προκαταλήψεις όμως, όχι λιγότερο κωμικές, έχουν και οι Πυργούσοι για τους οποίους ο Γάλλος καθηγητής είναι ο εθνογραφικός Άλλος. Η ντόπια  μαγείρισσά του συνεργάζεται με ένα Πυργούση κυνηγό για να εξασφαλίσουν στον Γάλλο το καλύτερο γεύμα. Ο Πυργούσης, « πεπεισμένος πως οι Ευρωπαίοι, που τρώνε βατράχια, έχουν παράξενα γούστα έφερνε αδιακρίτως σπουργίτια, γεράκια και κουκουβάγιες. “–Έχουμε κυνήγι σήμερα!” έλεγε η Μαγείρισσα χαρούμενη. Κυρίως όμως η Πυργούσενα θεωρούσε πολύτιμη τροφή τα θηράματα από την παράνομη σήμερα πρακτική των ξόβεργων η οποία εξασφάλιζε μια σταθερή πηγή ζωικών πρωτεϊνών για πολλούς αιώνες στη Νότια Χίο . «Μικρόπουλα, νόστιμα και τρυφερά!» του ανήγγειλε με ενθουσιασμό.
Οι άνθρωποι που πρώτοι άσκησαν κριτική στις εξαλειπτικές τεχνικές μη ορθόδοξης θήρας, των ξόβεργων, της αράς, της πυροφάνης,  ήταν γυναίκες από τη μεσαία τάξη της Χίου που γνώρισε μεταπολεμικά μια ραγδαία αστικοποίηση. Ήταν οι ίδιες που άρχισαν να εξοργίζονται με αυτό που σήμερα η Ευρωπαϊκή Νομοθεσία αλλά και οι σύγχρονοι κυνηγοί αναγνωρίζουμε ως υπερβολική θήρευση. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι βγαίνοντας από τη λαίλαπα της Κατοχικής πείνας κάποιες γυναίκες άρχιζαν να θεωρούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος στο κυνήγι τα δεκάδες ορτύκια, «σαράντα, πενήντα, καθημερινώς» από το κάθε μέλος της Καμπούσικης παρέας όταν εξορμούσε στα Δότια της Νότιας Χίου.  Η μητέρα της Δέσποινας Μαρή, η οποία διατηρούσε στη Χώρα ένα από τα πιο δημοφιλή εμπορικά μαγαζιά «ειδών προικός», όταν τέλειωσε η Κατοχή και η πατρίδα έμπαινε σε αναπτυξιακή τροχιά, «άρχισε να βάζει τις φωνές στον αδελφό της μανιώδη κυνηγό: -Αθεόφοβε, του έλεγε. Ας σου λείπουνε τα ξόβεργα, τα πόστα και οι άρες. Ας σου έλειπε και αυτή η καταραμένη πυροφάνη!» Και όταν ο αδελφός της υποστήριζε ότι τα σουιτάκια, οι ασπρόκωλοι κι οι κοκκινόκωλοι σπίνοι, οι αετομάχοι,  οι κοκκινολαίμηδες, οι τσίχλες,  οι πούλες και οι μελισσουργοί κάνουν ζημιά στους γεωργούς, η Καμπούσαινα ανταπαντούσε: «- Τι ζημιές μπορούνε να κάνουνε; Πόσα άνυδρα ντοματάκια, πόσα σύκα και πόσα σταφύλια θα τσαμπουρολογήσουνε τα γραμμόφωνα της φύσης;»(Δ. Μαρή)
Στην παρακάτω περιγραφή της κατασκευής (ο)ξόβεργων από την Καμπούσαινα πληροφορήτριά μας τεκμηριώνεται ότι η συνεργασία- άλλωστε «οι Χιώτες πάνε δυο-δυο»- ήταν αναγκαία συνθήκη για την διαδικασία ετοιμασίας τους.
«Ο ένας φίλος ή γείτονας πήγαινε στον αυλόγυρο του άλλου και αρχίζανε τη διαδικασία της ετοιμασίας του οξού. Τον οξό, έναν καρπό που είτε κόβανε από τα δέντρα είτε αγοράζανε, τον ξεκουκουτσιάζανε με το στόμα και τον ρίχνανε χωρίς το κουκούτσι και το φλούδι μέσα σε μια λεκάνη μεγάλη ή μέσα σε μια σκάφη. Ο καρπός αυτός, χρυσός και όμοιος σαν τα ξεχασμένα πια  τζίτζιφα έχει κολλητική ιδιότητα. Σα γινότανε το χαρμάνι στην ποσότητα που θέλανε, αφού πρώτα δούλευαν τον οξό με μέλι πολλή ώρα για να γίνει κόρδα, όπως χαρακτηριστικά λέγανε, αλείφανε με αυτό το μίγμα τις λιγνές, τις βέργες δηλαδή. Αλείφανε 100-150 βέργες, τις αφήνανε να στεγνώσουν, τις τοποθετούν σε ένα ορθογώνιο κοφίνι και τις αυγές τις στήνανε στα ξέφωτα όπου είχανε επιλέξει ορισμένα δέντρα, κυρίως τσικουδιές. Τις είχανε πρώτα κλαδέψει από πάνω, κατακόρυφα δηλαδή. Και επάνω εκεί στα ίσια στήνανε την οξόβεργα. Κρεμάζανε ακόμη τρία-τέσσερα τενεκεδάκια με νερό. Όταν τα πουλιά πιάνονταν ανύποπτα, στην προσπάθειά τους να ελευθερωθούνε γυρίζανε ανάποδα και έτσι πια κρεμότανε μέχρι με περίσσια χαρά να πάνε οι δήμιοί τους να τα ξεκρεμάσουν και περιχαρείς να τα ρίξουνε στην καλαθούνα για μάδημα, 60, 80, 100 και τα απογεύματα οι γυναίκες, πάλι σε παρέες, να τα μαδήσουνε στον αυλόγυρο μέσα. Τα καβουρδίζανε και τα έριχναν με το λάδι τους μέσα σε γυάλες για το μαγείρεμα ή το μεζεδάκι. Τα ξόβεργα γύρω εκεί στις 9:30  ή 10 το πρωί τα μαζεύανε γιατί ο ήλιος τα επηρέαζε και την επομένη το ίδιο βιολί ξαναρχίζανε.» Γιατί οι Χιώτες είναι μανιώδεις κυνηγοί όπως υποδηλώνει και το ανέκδοτο που έχει συλλέξει ο σπουδαίος Χιώτης δάσκαλος Γ. Κρόκος:
«Ένας Χιώτης παπάς, πριν πάει στην εκκλησία, έστησε τα ξόβεργα κι έπιασε κότσυφες κερομύτες (με μύτες κίτρινες σαν το κερί). Ύστερα τους έβαλε μέσα στον κόρφο του και πήγε στην εκκλησιά.
Σαν έλεγε το Ευαγγέλιο, έκανε ν’ απλώσει τα χέρια του μπρος και οι κερομύτες πέταξαν μες  από τον κόρφο του και φύγανε. Αφήνει κάτω το Ευαγγέλιο ο παπάς και φωνάζει: 
«-Έ, χωριανοί! Κλείσετεν τα παράθυρα, να μη φύγουν οι κοτσύφοι γιατί εν (είναι) κερομύτες!»

Latest..