Μαθητές του Εσπερινού εντυπωσίασαν με την αυθεντικότητα του λόγου τους

ΚΑΛΥΜΝΟΣ:

Άφησαν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους να εκφραστούν, κατέθεσαν προσωπικά βιώματα και χρησιμοποιώντας την αυθεντικότητα του λόγου τους διηγήθηκαν ιστορίες από το νησί και τη ζωή τους. Ο τρόπος που εκφράστηκαν, η αλήθεια που βγαίνει μέσα από τα κείμενά τους, τα λαογραφικά στοιχεία που απαντώνται στην αφήγησή τους και το κοινωνικό περιεχόμενο των περισσοτέρων, είναι τα στοιχεία που εκτιμήθηκαν και αυτά που τους έκαναν να αποσπάσουν ως σχολείο έναν από τους επαίνους στον περσινό Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πατάκη».
Κατά τη διάρκεια της χθεσινής εκδήλωσης στο σχολείο για την κοπή της πίτας έγινε και η απονομή των επαίνων στους διακριθέντες μαθητές του Εσπερινού Γυμνασίου- Λυκείου Καλύμνου (ΕΔΩ) και συγκεκριμένα στον Αντώνη Μαγκλή «Το κόκκινο ποδήλατο», στον Νικόλαο Ζαρούφη «Ο μικρός κοντραμπατζής», στον Δημήτρη Αμπελά «Ένα παιδί λείπει», στον Σκεύο Νυστάζο «Η εικόνα», στον Παντελή Πιζάνια «Μια διαφορετική ψαριά» στη Χρυσή Γιαμαίου «Το αποξηραμένο λουλούδι», στον Θεόδωρο Σφουγγαριστό «Άστοχη ντουφεκιά» στην Σεβαστή Πίκου «Το τέρας» και στην Ευαγγελία Λελέκη «Μαγκάλα του Μαχαραγιά»
Μικρές καλογραμμένες ιστορίες που σύμφωνα με την υπεύθυνη καθηγήτρια κ. Ελένη Φλωριανού, έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα και στηρίζονται σε αληθινές ιστορίες-βιώματα των μαθητών. Γράφτηκαν κατά το σχολικό έτος 2018-2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας (μελέτη ηθογραφικών και λαογραφικών διηγημάτων) ως ασκήσεις δημιουργικής γραφής.
Παραθέτουμε ενδεικτικά μία από αυτές:
«Το κόκκινο ποδήλατο» του Αντώνη Μαγκλή
Επιτέλους, ήρθε ο Ιούνιος και σε λίγο θα ξεκίναγαν οι διακοπές. Περπατούσα χαρούμενος με τον αδελφικό μου φίλο, τον Γρηγόρη, και κάναμε σχέδια για το καλοκαίρι. Πιο πολύ κι απ΄ το καλοκαίρι, ο Γρηγόρης λαχταρούσε τον πατέρα του, που είχε να τον δει κοντά τρία χρόνια. Σε λίγες όμως μέρες θα ερχόταν από την Αυστραλία, γι’ αυτό και για τον φίλο μου εκείνο το καλοκαίρι ήταν διπλή χαρά.
Όταν έφτασε ο ξενιτεμένος, τα γέλια και οι χαρούμενες φωνές ακούγονταν σε όλη την γειτονιά. Ήμουν κι εγώ χαρούμενος με την χαρά του φίλου μου κι έτρεξα να καλωσορίσω τον πατέρα του. Εκείνος με αγκάλιασε, με φίλησε, μου είπε πόσο είχα μεγαλώσει, σωστό αντράκι έγινα, και μου έδωσε μέσα από την βαλίτσα του ένα κουτί. Δώρο για μένα. Δύο μεγάλες σοκολάτες και τρία κουτιά με καραμέλες από την Αυστραλία. Φύλαξα τον θησαυρό μου κάτω από το κρεβάτι και θα τον έδειχνα στους φίλους μου κερνώντας τους κάθε φορά μία μόνο καραμέλα. Δεν ήθελα να αδειάσουν γρήγορα τα κουτιά και να τελειώσει αυτή η γλύκα. Όταν όμως είδα το δώρο που πήρε ο Γρηγόρης από τον πατέρα του, γρήγορα ξέχασα τον δικό μου θησαυρό.
Ήταν ένα πανέμορφο, κόκκινο ποδήλατο με αστραφτερό τιμόνι, που από πάνω του κρέμονταν δύο πολύχρωμες, μακριές φούντες και στον σκελετό του έγραφε με μεγάλα, γυαλιστερά γράμματα «FORMULA». Η αλήθεια είναι πως ζήλεψα πολύ. Όλη την μέρα στο σχολείο σκεφτόμουν τον Γρηγόρη και το ποδήλατό του. Μα και στο σπίτι, γυρνώντας το μεσημέρι για φαγητό, δεν μπορούσα να μιλήσω για τίποτε άλλο παρά μόνο για το κόκκινο ποδήλατο. Για το πόσο τυχερός ήταν ο Γρηγόρης και για το πώς θα ήθελα κι εγώ ένα τέτοιο ποδήλατο, να καβάλαγα το κόκκινο άλογό μου και, μαζί με τον φίλο μου, να  διασχίζαμε όλο το νησί σαν τους ανέμους. Να βγαίνουν τα άλλα παιδιά στις αυλές τους, καθώς θα άκουγαν το μεταλλικό μας κουδούνισμα,  και να μας κοιτούν με θαυμασμό και ζήλια. Τα έλεγα όλα αυτά στους γονείς μου κι εκείνοι κοιτιόντουσαν στο τραπέζι αμίλητοι.
«Ρε συ κόρνιο[1], κόμα (δ)εν ήβγες που τ’ αβγό σου και θέλεις ποδήλατο;» έσπασε την σιωπή ο πατέρας μου. «Η μάνα σου είναι γκαστρωμένη, έχουμε τόσα έξοδα με το σπάργανο που περιμένουμε κι εσύ ψάλεις αλαζάρους[2]; (Δ)εν περισσεύει μαΐ[3] για τέτοια πράματα!». Τα μάτια μου βούρκωσαν στα λόγια του κι η μάνα με πήρε τρυφερά στην αγκαλιά της και μου ‘δωσε ένα φιλί για να με παρηγορήσει. Ο πατέρας πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεφυσώντας δυνατά σηκώθηκε από το τραπέζι και βγήκε απ΄την κάμαρα. «Γιε μου, ξέρεις γιατί (δ)εν σου το παίρνει ο κύρης σου;» με ρώτησε η μάνα μου χαμηλόφωνα, σχεδόν συνωμοτικά. «Γιατί φοάτε[4] τα μοτοσακά που κόφτουσι[5] σαν ντις σφήκες μη μπα και σου βαρίσει[6] καένας τους». Χωρίς να πω κουβέντα, βγήκα στην αυλή κι έκατσα πάνω στην κουμούλα[7]. Έπρεπε να βρω πάση θυσία χρήματα. Να αγοράσω μοναχός μου το ποδήλατο. Μα πού να βρω τόσα φράγκα, που τα κάλαντα αργούσαν πολύ, και του Χριστού και των Φώτων και του Λαζάρου; Άκουσα βήματα. Το μάτι μου πήρε τον Γύφτο του ταρσανά να περπατά κάτω στον δρόμο. Xωρίς να το σκεφτώ, σαλτάρω ξάφνου μπρος του, σαν τον αναστημένο Λάζαρο, κι εκείνος κατατρόμαξε.
Μπα, που να΄χεις βρόμο[8], κορνήλιε[9], ητσάρπισές[10] με! Ίντα που θέλεις; με ρώτησε.
Μάστορα, α με πάρεις παραγιό στο γύφτικο; τον ρώτησα ανυπόμονα.
Εκείνος χαμογέλασε και μου είπε:
Βρε συ, εσύ σαι μια ουλιά[11] κοπέλι κι η δουλειά μου είναι βαριά, (δ)ε θ΄αντέξεις.
Πάρε με, μάστορι, κι ό,τι μου λέεις (θ)α κάνω, συνέχισα εγώ παρακαλώντας.
Ο Γύφτος το σκέφτηκε λίγο, έξυσε την κεφαλή του και μου λέει:
Λοιπόν, θα πάεις πρώτα- πρώτα να το πεις στον κύρη και στη μάνα σου κι άμα σε φήνουσι (θ)α ρτεις. Αλλά μετά το σχολειό, εντάξει;
Εντάξει, του αποκρίθηκα εγώ γεμάτος χαρά κι έτρεξα στο σπίτι.
Τους είπα γεμάτος ενθουσιασμό τα νέα με τον Γύφτο, μα του πατέρα μου δεν του καλάρεσε η ιδέα να πάω μαστορόπουλο στα γύφτικα. «Ίντα που θα κάμω γω με σένα, ίντα που θα κάμω, ε;» έλεγε ξεφυσώντας. Πετάχτηκε στη μέση η μάνα μου. «Μιχάλη, άστονε (ν)α πάει, καλοκαιριάζει, παρά να γυρίζει πο΄δω κι από΄κει με τίποτις παλιοπαρέες, εκιά θα ξέρουμε πού είναι και τι κάνει και στο κάτω- κάτω ο μαστρο-Νεορδάνης είναι καλός και χριστιανός άνθρωπος..». Τον κατάφερε κι ο  κύρης μου συμφώνησε να μ’ αφήσει να πάω.
Την άλλη μέρα γύρισα με φούρια από το σχολείο κατευθείαν στο σπίτι. Δεν καθυστέρησα καθόλου στο δρόμο ούτε για να παίξω αλιντές, να κοπανήσω στον αέρα το ξύλο που πεταγόταν, ούτε για να παίξω ψείρες με τους άλλους, στοχεύοντας με το κουβάρι μου τις μικρές λακουβίτσες στο χώμα.
«Καλέ, βάλε μου φαΐ (ν)α φάω μάνι-μάνι, (ν)α πάω στη δουλειά μου, μην αργήσω πρώτη μέρα!» είπα βιαστικά στη μάνα μου μπαίνοντας σπίτι.
Καθώς έτρωγα, εκείνη καθόταν δίπλα μου, μου χάιδεψε το κεφάλι και μου ‘πε χαμογελώντας: «ημεγάλωσε το παλληκαράκι μου, ημεγάλωσε..». Τελείωσα βιαστικά το φαγητό, η μάνα με σταύρωσε, μου έδωσε την ευχή της και ξεχύθηκα στον δρόμο. Με ένα κουστουρδί[12]  βρέθηκα στην παράγκα του Γύφτου.
Βρε καλώς τον, έλα να ψάσομε δουλειά, μου είπε. Έλα να βγάλουμε τις παραγγελιές, γιατί θα μας φάσι οι μαστόροι. Ρίξε κάρβουνο στο καμίνι και γύρνα τη μαναβέλα, να ζωντανέψει η φωτζιά, γιατί ηφόσησε.
Ο μάστορας έβαλε μέσα στην φωτιά ένα κομμάτι σίδερο, σε λίγο το έβγαλε κατακόκκινο, το έβαλε στο αμόνι και μ΄ένα βαρύ σφυρί άρχισε να το κοπανά. Μπαμ, μπουμ, μπαμ, μπουμ, σε λίγο να’σου το κοντομίρι[13] έτοιμο. Ένα σωρό πράματα έφτιαχνε ο μάστορας μέσα στη φωτιά, χρυσά τα χέρια του, κοντομίρια, άγκυρες, αλυσίδες, ζαβέτθες[14], μεντεσέδες, κρικέλες. Μετά από καμιά ώρα με φωνάζει και μου λέει:
Ντονιό, έλα να πάεις καμιά παραγγελιά .
Πε μου, μάστορη. Πού α πάω;
Πάρε φταγά[15] τα κοντομίρια και πάενέτα στο σφινάρη τον μαραγκό. Κι αφτή την κρικέλα στον Μελέτη τον βοσκό. Άντεστε, μάνι-μάνι, ήφτισα[16]!
Πάω μάστορη, πάω…
Δίνω τα κοντομίρια στον μαραγκό και μου δίνει κείνος ένα δίφραγκο μπαξίσι για τον κόπο μου. Πάω και στον βοσκό και μου δίνει ένα πεντάρικο και δυο κούπες γιαούρτι. Χουβαρδάς[17] ο βοσκός! Παίρνω χαρούμενος τον δρόμο του γυρισμού και δίνω μια κούπα γιαούρτι στον μάστορα. Του λέω για τα μπαξίσια. «Μπράβο, Ντωνιό», μου λέει, και μου χαρίζει με τη σειρά του ένα κατσαρόλι με μια αραμά[18] από πάνω.
Να, πάρε το (ν)α βάζεις δω μέσα τα μπαξίσια που σου δίνουσι κι όντα γεμίσει (ν)α το ‘νοίξεις.
Α, καλά το λέεις, μάστορα, του απαντώ, τσα[19] θα κάμω.
Λοιπό, για σήμερο καλά είναι. Σκόλα τώρα κι αύριο πάλι εδώ, εντάξει;
Εντάξει, μάστορα, πάω (ν)α διαβάσω και λι(γ)άκι.
Έτσι πέρναγαν οι μέρες και χαμπάρι δεν πήρα πότε κύλισε η εβδομάδα. Το Σάββατο, όταν τελείωσα κι ήπλυνα τα χέρια μου με το μαρκούτσο[20], με φωνάζει ο μάστορας:
Βρε συ, έλα ταγά[21].
Τι΄ναι θειέ; τον ρωτώ.
Νοίξε το χέρι σου…
Άπλωσα την χούφτα μου και μου έβαλε μέσα τριακόσια φράγκα. «Ηδούλεψες, κι όψος[22] δουλεύει πρέπει να πλερώνεται». Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Κρατώντας σφιχτά στην χούφτα μου τα χρήματα, έτρεχα σαν παλαβός και κατέβαινα τα καλντερίμια πηδώντας, σωστό αγριοκάτσικο. Στο δρόμο συνάντησα τον φίλου μου τον Γρηγόρη, που έκοβε βόλτες με το ποδήλατό του. Του έκανα από μακριά ένα νεύμα, δεν ήθελα να καθυστερήσω ούτε λεπτό, βιαζόμουν να δείξω στη μάνα τα πρώτα μου χρήματα. Φτάνοντας έξω από την αυλόπορτα, δεν κρατήθηκα κι άρχισα να φωνάζω:
Καλέ μάνα, εεε καλέεεε….
Εκείνη πρόβαλε ανήσυχη από το παραθύρι.
Τι΄ναι γιε μου και φωνάζεις τσα;
Καλέ, δε(ς), ηπλερώθηκα! Το πρώτο μου μαΐ! Το μαΐ που βγαλα με την δουλειά μου!
Το πρόσωπό της φωτίστηκε. Θυμάμαι τη μάνα μου να λαμποκοπά στο παραθύρι  κι ένα πλατύ χαμόγελο να σφραγίζει αυτή την εικόνα, που ποτέ δεν θα ξεχάσω. Μια μάνα που λαμποκόπαγε σαν τον ήλιο. «Μπράβο, γιε μου, μπράβο λεβεντάκι μου!» μου είπε. «Κρύψε τα για να πάρεις αυτό που θέλεις». Έτσι κι έγινε.
Και κάπως έτσι, με την δουλειά στο γύφτικο, με τα πήγαινε- έλα τις παραγγελιές και τη μαναβέλα στο καμίνι, πέρασε ο καιρός κι έφτασε ο Σεπτέμβρης. Είχε έρθει η ώρα να ανοίξω το κατσαρόλι με τα μπαξίσα και να κάμω τη σούμα. Καθώς είχα απλώσει όλα τα κέρματα πάνω στο τραπέζι και υπολόγιζα ότι επιτέλους θα μπορούσα να αγοράσω κι εγώ ένα ποδήλατο, χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο φίλος μου, ο Γρηγόρης. Μου φάνηκε όμως πολύ βαρύς, σα να κουβάλαγε μέσα του μια μεγάλη σκοτούρα.
Έλα, ρε φίλε, τι έγινε; Τι έχεις κι είσαι έτσι πουμουτθωμένος[23]; τον ρώτησα.
Ξέρεις, Ντωνιό, μου είπε, (δ)εν ήρτα για καλό.
Τι έγινε;
Ήρτα για να σε χαιρετήσω. Φεύγουμε οικογενειακώς για την Αυστραλία και θ΄αργήσω πολύ να σε ξαναδώ. Θέλω, πριν φύγω, να σου χαρίσω το ποδήλατό μου, που τόσο σου άρεσε. Για να με θυμάσαι. Το θέλεις;
Τα μάτια μου έτρεχαν ασταμάτητα. Χαρά και λύπη έπνιγαν ταυτόχρονα τα λόγια μου. Αγκάλιασα τον φίλο μου, τον αποχαιρέτησα και του υποσχέθηκα ότι θα ξαναβρεθούμε σύντομα. Δυστυχώς, δεν τον ξαναείδα από τότε. Πάνε τώρα κοντά τριάντα πέντε χρόνια. Θέλω να πιστεύω ότι είναι καλά και ζει, με την δική του οικογένεια πια, ευτυχισμένος κάπου στην Αυστραλία. Από τότε στην αποθήκη μου υπάρχει πάντα μια θέση για το κόκκινο ποδήλατο. Κι ελπίζω πως κάποτε ο Γρηγόρης θα γυρίσει στο νησί και θα τον ευχαριστήσω για κείνο το ανέλπιστο δώρο. Γιατί πάντα θα υπάρχει μέσα μου μια θέση για τον παιδικό μου φίλο, που μου ‘μαθε πως φιλία είναι να μοιράζεσαι αυτό που αγαπάς πιο πολύ. Ένα κόκκινο ποδήλατο.    
[1] Κέρατο
[2] Λες άλλα αντ’ άλλων
[3] χρήματα
[4] φοβάται
[5] τρέχουνε
[6] Μη σε χτυπήσει
[7] πεζούλα
[8] Πανάθεμά σε
[9] σατανά
[10] Με φόβισες
[11] σταλιά
[12] Με μια δρασκελιά
[13] σιδερόβεργα που λειτουργεί ως ασφάλεια στην πόρτα
[14] Σίδερα-βάσεις για ζυγοστάθμιση μηχανών
[15] Αυτά εδώ
[16] Γύρνα πίσω πριν στεγνώσει το σάλιο
[17] γενναιόδωρος
[18] χαραμάδα
[19] έτσι
[20] λάστιχο
[21] εδώ
[22] όποιος
[23] Πεσμένος ψυχολογικά
Κοινοποίησε το:Κάνε Like στο:Μου αρέσει! Φόρτωση…
Σχετικά

Latest..

Προανακριτική Novartis: Σκέψεις για άρση του καθεστώτος προστατευόμενου μάρτυρα για «Σαράφη»-«Κελέση»

ΛΗΜΝΟΣ: Νέα δεδομένα στην εξέλιξη της προανακριτικής για Novartis, φέρνει η μη προσέλευση των δύο προστατευόμενων μαρτύρων με τις κωδικές ονομασίες «Μάξιμος Σαράφης» και … [Read More...]

Σκληρή απάντηση ΥΠΕΞ σε Ερντογάν: Η διεθνής κοινότητα έχει καταδικάσει τις τουρκικές μεθοδεύσεις

ΛΗΜΝΟΣ: Απάντηση στους σημερινούς ισχυρισμούς του Τούρκου Προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ότι η Ελλάδα αποδέχεται το καθεστώς που έχει επιβάλει η Άγκυρα στην ανατολική … [Read More...]

Στο πλαίσιο των Χειμερινών Ιπποκρατείων 2019-2020, το Ράδιο Έκφραση υπό την αιγίδα του ΔΟΠΑΒΣ διοργανώνει αποκριάτικη δράση με θέμα «Καμουζέλες 2020»

ΚΩΣ: Στο πλαίσιο των Χειμερινών Ιπποκρατείων 2019-2020, το Ράδιο Έκφραση υπό την αιγίδα του ΔΟΠΑΒΣ διοργανώνει αποκριάτικη δράση με θέμα «Καμουζέλες 2020» την Παρασκευή 21 … [Read More...]

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΙΩΑΝΝΗ ΒΡΟΥΤΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΤΩΝ ΩΡΟΜΙΣΘΙΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΠΑΣ ΤΟΥ ΟΑΕΔ ΑΠΟ ΧΙΩΤΙΣΣΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ

ΧΙΟΣ : Ανοιχτή Επιστολή προς τον Υπουργό Εργασίας Ιωάννη Βρούτση για τις προσλήψεις των ωρομισθίων καθηγητών στις ΕΠΑΣ του ΟΑΕΔ απέστειλε η εκπαιδευτικός, … [Read More...]

Αναγνώριση από ΟΗΕ μνημονίου Τουρκίας-Λιβύης: Πώς ο οργανισμός έδωσε τέλος στο σχέδιο της ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου

ΛΗΜΝΟΣ: Τεράστια εθνική ήττα συνιστά η ανάρτηση των συντεταγμένων της συμφωνίας Τουρκίας-Λιβύης στον ΟΗΕ. Αυτό γιατί η κατάθεση των συντεταγμένων αυτών, οριοθετεί πλέον την … [Read More...]